Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μητραλοίας

/mi.tɾaˈli.as/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςο μητροκτόνος Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπροδότης, που χτυπάει τη μητέρα πατρίδα) του Βικιλεξικό
    • Για τους Βενιζελικούς στρατιωτικούς και προπαντός για τους Αμυνίτες, που πολεμούσαν από το φθινόπωρο του 1916 για την ελληνική Μακεδονία, όλοι αυτοί – οι στασιαστές, οι λιποτάκτες και κατεξοχήν οι αυτομόλοι – δεν ήσαν παρά “επάρατοι μητραλοίαι”^((πληθυντικός μητραλοῖαι)) (Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος (2015) 1915 - Ο Εθνικός Διχασμός, Εκδόσεις Πατάκη)

Ετυμολογία

μητραλοίας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μητραλοίας < μητρ- + ἀλοι- ἀλοιάω + -ας. Για το δεύτερο συνθετικό → δείτε τις λέξεις αλώνι και άλως.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμητραλοίαςμητραλοίες
Γενικήμητραλοίαμητραλοιών
Αιτιατικήμητραλοίαμητραλοίες
Κλητικήμητραλοίαμητραλοίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →