μητριαρχικός
•
- που αναφέρεται στη μητριαρχία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μητριαρχικός < μητριαρχία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μητριαρχικός | μητριαρχική | μητριαρχικό |
| Γενική | μητριαρχικού | μητριαρχικής | μητριαρχικού |
| Αιτιατική | μητριαρχικό | μητριαρχική | μητριαρχικό |
| Κλητική | μητριαρχικέ | μητριαρχική | μητριαρχικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μητριαρχικοί | μητριαρχικές | μητριαρχικά |
| Γενική | μητριαρχικών | μητριαρχικών | μητριαρχικών |
| Αιτιατική | μητριαρχικούς | μητριαρχικές | μητριαρχικά |
| Κλητική | μητριαρχικοί | μητριαρχικές | μητριαρχικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →