Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μητρολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά την μήτρα Βικιλεξικό
  2. που αφορά την μητέρα Βικιλεξικό
  3. που αφορά τα "motherese", νηπιακές λέξεις που διδάσκει συνήθως η μητέρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμητρολογικόςμητρολογικήμητρολογικό
Γενικήμητρολογικούμητρολογικήςμητρολογικού
Αιτιατικήμητρολογικόμητρολογικήμητρολογικό
Κλητικήμητρολογικέμητρολογικήμητρολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμητρολογικοίμητρολογικέςμητρολογικά
Γενικήμητρολογικώνμητρολογικώνμητρολογικών
Αιτιατικήμητρολογικούςμητρολογικέςμητρολογικά
Κλητικήμητρολογικοίμητρολογικέςμητρολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →