Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μητρόπολη

/miˈtɾo.po.li/ουσιαστικό
•
  1. αρχαίαη πόλη που ίδρυε μια αποικία Βικιλεξικό
  2. μεγάλη πόλη που αποτελεί κέντρο της οικονομικής, πνευματικής, καλλιτεχνικής ζωής Βικιλεξικό
    • Στην Αθήνα, τόνισε υψώνοντας λίγο τη φωνή της, λες κι η Αθήνα ήτανε η μητρόπολη του πολιτισμένου κόσμου. (⌘ Σώτη Τριανταφύλλου (2000). Το εργοστάσιο των μολυβιών [μυθιστόρημα])
  3. χριστιανισμόςεκκλησιαστική περιφέρεια που διοικείται από επίσκοπο, ο οποίος φέρει τον τίτλο του μητροπολίτη (ή αρχιεπισκόπου) Βικιλεξικό
    • Η Επισκοπή άκμασε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Πέργης. Σήμερα, ο τίτλος του Επισκόπου Ανδίδων απονέμεται σε τιμητικούς αρχιερείς ή βοηθούς επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Επίσκοπος Ανδίδων εξελέγη ο αρχιμανδρίτης Ισίδωρος Κάτσος, Πρώτο Θέμα, 29/06/2026 https://www.protothema.gr/greece/article/1842675/episkopos-andidon-o-arhimandritis-isidoros-katsos/)
  4. χριστιανισμόςο κεντρικός ναός μιας πόλης στην οποία εδρεύει ένας μητροπολίτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μητρόπολη < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μητρόπολις (μήτηρ + πόλις). Μορφολογικά, μητρό- + -πολη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμητρόπολημητροπόλεις
Γενικήμητρόποληςμητροπόλεων
Αιτιατικήμητρόπολημητροπόλεις
Κλητικήμητρόπολημητροπόλεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →