μητρόπολη
•
- αρχαίαη πόλη που ίδρυε μια αποικία Βικιλεξικό
- μεγάλη πόλη που αποτελεί κέντρο της οικονομικής, πνευματικής, καλλιτεχνικής ζωής Βικιλεξικό
- Στην Αθήνα, τόνισε υψώνοντας λίγο τη φωνή της, λες κι η Αθήνα ήτανε η μητρόπολη του πολιτισμένου κόσμου. (⌘ Σώτη Τριανταφύλλου (2000). Το εργοστάσιο των μολυβιών [μυθιστόρημα])
- χριστιανισμόςεκκλησιαστική περιφέρεια που διοικείται από επίσκοπο, ο οποίος φέρει τον τίτλο του μητροπολίτη (ή αρχιεπισκόπου) Βικιλεξικό
- Η Επισκοπή άκμασε κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες και υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Μητρόπολη Πέργης. Σήμερα, ο τίτλος του Επισκόπου Ανδίδων απονέμεται σε τιμητικούς αρχιερείς ή βοηθούς επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Επίσκοπος Ανδίδων εξελέγη ο αρχιμανδρίτης Ισίδωρος Κάτσος, Πρώτο Θέμα, 29/06/2026 https://www.protothema.gr/greece/article/1842675/episkopos-andidon-o-arhimandritis-isidoros-katsos/)
- χριστιανισμόςο κεντρικός ναός μιας πόλης στην οποία εδρεύει ένας μητροπολίτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μητρόπολη < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή μητρόπολις (μήτηρ + πόλις). Μορφολογικά, μητρό- + -πολη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μητρόπολη | μητροπόλεις |
| Γενική | μητρόπολης | μητροπόλεων |
| Αιτιατική | μητρόπολη | μητροπόλεις |
| Κλητική | μητρόπολη | μητροπόλεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →