μητρότητα
•
- η ιδιότητα της μητέρας Βικιλεξικό
- ο πόθος της μητέρας να έχει παιδιά και επίσης η αγάπη της προς αυτά Βικιλεξικό
- Εκκλησία χωρίς γυναίκες είναι σαν το κολέγιο των Αποστόλων χωρίς τη Θεοτόκο. O ρόλος των γυναικών στην Εκκλησία δεν είναι απλός όσο αυτός της μητρότητας, αλλά πολύ ευρύτερος: είναι ακριβώς το να είναι εικόνα της Θεοτόκου που βοηθά την Εκκλησία να προοδεύει (Eleni Kasselouri-Hatzivassiliadi, Niki Papageorgiou, Petros Vassiliadis, Deaconesses, the Ordination of Women and Orthodox Theology, κεφ. Οι παρεμβάσεις του Πάπα Φραγκίσκου Α΄, 2018, σελ. 475)
Ετυμολογία
μητρότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μητρότης < μήτηρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μητρότητα | μητρότητες |
| Γενική | μητρότητας | μητροτήτων |
| Αιτιατική | μητρότητα | μητρότητες |
| Κλητική | μητρότητα | μητρότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →