μητρώο
•
- το επίσημο βιβλίο στο οποίο αναγράφονται ονόματα προσώπων καθώς και στοιχεία σχετικά μ’ αυτά Βικιλεξικό
- ποινικό μητρώο, φορολογικό μητρώο, στρατολογικό μητρώο
- πληροφορικήτο αρχείο που είναι μία βάση δεδομένων όπου διατηρούνται όλες οι ρυθμίσεις του λειτουργικού συστήματος των Microsoft Windows και των εφαρμογών που εγκαθίστανται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μητρώο < αρχαία ελληνική Μητρῷον (ονομασία ναού της Δήμητρας ή της Κυβέλης στην αρχαία Αθήνα, όπου φυλάσσονταν τα κρατικά αρχεία), ουδέτερο του μητρῷος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική matricule) < → και δείτε τη λέξη μήτηρ < πρωτοελληνική *mā́tēr πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *méh₂tēr (μητέρα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μητρώο | μητρώα |
| Γενική | μητρώου | μητρώων |
| Αιτιατική | μητρώο | μητρώα |
| Κλητική | μητρώο | μητρώα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →