Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μητρώο

/miˈtɾo.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το επίσημο βιβλίο στο οποίο αναγράφονται ονόματα προσώπων καθώς και στοιχεία σχετικά μ’ αυτά Βικιλεξικό
    • ποινικό μητρώο, φορολογικό μητρώο, στρατολογικό μητρώο
  2. πληροφορικήτο αρχείο που είναι μία βάση δεδομένων όπου διατηρούνται όλες οι ρυθμίσεις του λειτουργικού συστήματος των Microsoft Windows και των εφαρμογών που εγκαθίστανται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μητρώο < αρχαία ελληνική Μητρῷον (ονομασία ναού της Δήμητρας ή της Κυβέλης στην αρχαία Αθήνα, όπου φυλάσσονταν τα κρατικά αρχεία), ουδέτερο του μητρῷος (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική matricule) < → και δείτε τη λέξη μήτηρ < πρωτοελληνική *mā́tēr πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *méh₂tēr (μητέρα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμητρώομητρώα
Γενικήμητρώουμητρώων
Αιτιατικήμητρώομητρώα
Κλητικήμητρώομητρώα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →