μηχανάκι
•
- μοτοποδήλατο Βικιλεξικό
- Είχε πέσει από το μηχανάκι του πατέρα του, που το είχε πάρει στα κρυφά για βόλτα, και είχε σπάσει χέρι και πόδι. Το χέρι το είχε σε νάρθηκα, αλλά το πόδι του είχε πάθει μεγάλο στραπάτσο και έπρεπε, λέει, να χειρουργηθεί. Θα του έβαζαν στο πόδι μια λάμα ή κάποιο άλλο μαραφέτι. (Μαρούλα Κλιάφα, Η ιστορία ενός νεαρού gamer, εκδ. Πατάκης, 2025)
- μικρός υπολογιστής τσέπης που μπορεί να εκτελεί αριθμητικές πράξεις Βικιλεξικό
- παρωχημένοτο φλιπεράκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανάκι < μηχανή + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανάκι | μηχανάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μηχανάκι | μηχανάκια |
| Κλητική | μηχανάκι | μηχανάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →