μηχανέλαιο
•
- λάδι μηχανής, που είναι κατάλληλο για μηχανή ή που προέρχεται από μηχανή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανέλαιο < μηχαν(ή) + -έλαιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανέλαιο | μηχανέλαια |
| Γενική | μηχανέλαιου / μηχανελαίου | μηχανέλαιων / μηχανελαίων |
| Αιτιατική | μηχανέλαιο | μηχανέλαια |
| Κλητική | μηχανέλαιο | μηχανέλαια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →