Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μηχανισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μηχανολογίαο τρόπος λειτουργίας των ηλεκτρικών συσκευών και όλων των μηχανοκίνητων πραγμάτων Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάο τρόπος της συγκρότησης και λειτουργίας ενός οργανισμού ή μιας υπηρεσίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μηχανισμός < μηχανή + -ισμός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμηχανισμόςμηχανισμοί
Γενικήμηχανισμούμηχανισμών
Αιτιατικήμηχανισμόμηχανισμούς
Κλητικήμηχανισμέμηχανισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →