μηχανογράφηση
•
- η καταγραφή και επεξεργασία δεδομένων (όπως λογιστηρίου, αποθήκης, παραγωγής, αποστολής) με ηλεκτρονικό υπολογιστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανογράφηση < μηχανο- + -γράφηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανογράφηση | μηχανογραφήσεις |
| Γενική | μηχανογράφησης | μηχανογραφήσεων |
| Αιτιατική | μηχανογράφηση | μηχανογραφήσεις |
| Κλητική | μηχανογράφηση | μηχανογραφήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →