Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μηχανοδηγός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελματρενοδηγός Βικιλεξικό
  2. επάγγελμαοδηγός ή χειριστής κινούμενου μηχανήματος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μηχανοδηγός < (μηχανή) μηχαν- + οδηγός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμηχανοδηγόςμηχανοδηγοί
Γενικήμηχανοδηγούμηχανοδηγών
Αιτιατικήμηχανοδηγόμηχανοδηγούς
Κλητικήμηχανοδηγέμηχανοδηγοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →