μηχανοδηγός
•
- επάγγελματρενοδηγός Βικιλεξικό
- επάγγελμαοδηγός ή χειριστής κινούμενου μηχανήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανοδηγός < (μηχανή) μηχαν- + οδηγός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανοδηγός | μηχανοδηγοί |
| Γενική | μηχανοδηγού | μηχανοδηγών |
| Αιτιατική | μηχανοδηγό | μηχανοδηγούς |
| Κλητική | μηχανοδηγέ | μηχανοδηγοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →