Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μηχανοκίνητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κινείται με μηχανή ή που αφορά κάτι που κινείται με μηχανή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μηχανοκίνητος < μηχαν(ή) + -ο- + κινητός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηχανοκίνητοςμηχανοκίνητημηχανοκίνητο
Γενικήμηχανοκίνητουμηχανοκίνητηςμηχανοκίνητου
Αιτιατικήμηχανοκίνητομηχανοκίνητημηχανοκίνητο
Κλητικήμηχανοκίνητεμηχανοκίνητημηχανοκίνητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηχανοκίνητοιμηχανοκίνητεςμηχανοκίνητα
Γενικήμηχανοκίνητωνμηχανοκίνητωνμηχανοκίνητων
Αιτιατικήμηχανοκίνητουςμηχανοκίνητεςμηχανοκίνητα
Κλητικήμηχανοκίνητοιμηχανοκίνητεςμηχανοκίνητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →