μηχανοργανώνω
•
- εφαρμόζω μηχανοργάνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανοργανώνω < μηχανοργάνωση + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μηχανοργανώνω | μηχανοργανώνεις | μηχανοργανώνει | μηχανοργανώνουμε | μηχανοργανώνετε | μηχανοργανώνουν / μηχανοργανώνουνε |
| Παρατατικός | μηχανοργάνωνα | μηχανοργάνωνες | μηχανοργάνωνε | μηχανοργανώναμε | μηχανοργανώνατε | μηχανοργάνωναν / μηχανοργανώναν / μηχανοργανώνανε |
| Αόριστος | μηχανοργάνωσα | μηχανοργάνωσες | μηχανοργάνωσε | μηχανοργανώσαμε | μηχανοργανώσατε | μηχανοργάνωσαν / μηχανοργανώσαν / μηχανοργανώσανε |
| Μέλλοντας | θα μηχανοργανώνω / θα μηχανοργανώσω | θα μηχανοργανώνεις / θα μηχανοργανώσεις | θα μηχανοργανώνει / θα μηχανοργανώσει | θα μηχανοργανώνουμε / θα μηχανοργανώσουμε | θα μηχανοργανώνετε / θα μηχανοργανώσετε | θα μηχανοργανώνουν / θα μηχανοργανώνουνε / θα μηχανοργανώσουν / θα μηχανοργανώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μηχανοργανώσει | έχεις μηχανοργανώσει | έχει μηχανοργανώσει | έχουμε μηχανοργανώσει | έχετε μηχανοργανώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μηχανοργανώσει | είχες μηχανοργανώσει | είχε μηχανοργανώσει | είχαμε μηχανοργανώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μηχανοργανώσει / να μηχανοργανώνω / να μηχανοργανώσω | να έχεις μηχανοργανώσει / να μηχανοργανώνεις / να μηχανοργανώσεις | να έχει μηχανοργανώσει / να μηχανοργανώνει / να μηχανοργανώσει | να έχουμε μηχανοργανώσει / να μηχανοργανώνουμε / να μηχανοργανώσουμε | να έχετε μηχανοργανώσει / να μηχανοργανώνετε / να μηχανοργανώσετε | να μηχανοργανώνουν / να μηχανοργανώνουνε / να μηχανοργανώσουν / να μηχανοργανώσουνε |
| Προστακτική | — | μηχανοργάνωνε / μηχανοργάνωσε | — | — | μηχανοργανώνετε / μηχανοργανώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →