μηχανοστάσιο
•
- τεχνολογία, (μηχανολογία): ο χώρος (κτήριο ή άλλη εγκατάσταση) όπου είναι εγκατεστημένες οι κύριες μηχανές ενός εργοστασίου, κ.λπ. Βικιλεξικό
- (σιδηροδρομικός όρος): ο χώρος στάθμευσης - συντήρησης - επισκευής των μηχανών έλξης ή άλλων των τροχιοδρομικών ή σιδηροδρομικών οχημάτων. Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος: το διαμέρισμα όπου είναι εγκατεστημένες οι μηχανές ενός πλοίου. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανοστάσιο < μηχανή + -στάσιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανοστάσιο | μηχανοστάσια |
| Γενική | μηχανοστάσιου / μηχανοστασίου | μηχανοστασίων |
| Αιτιατική | μηχανοστάσιο | μηχανοστάσια |
| Κλητική | μηχανοστάσιο | μηχανοστάσια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →