μηχανουργικός
•
- που έχει σχέση με μηχανουργία / μηχανουργό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανουργικός < μηχανουργία / μηχανουργός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανουργικός | μηχανουργική | μηχανουργικό |
| Γενική | μηχανουργικού | μηχανουργικής | μηχανουργικού |
| Αιτιατική | μηχανουργικό | μηχανουργική | μηχανουργικό |
| Κλητική | μηχανουργικέ | μηχανουργική | μηχανουργικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανουργικοί | μηχανουργικές | μηχανουργικά |
| Γενική | μηχανουργικών | μηχανουργικών | μηχανουργικών |
| Αιτιατική | μηχανουργικούς | μηχανουργικές | μηχανουργικά |
| Κλητική | μηχανουργικοί | μηχανουργικές | μηχανουργικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →