Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μηχανουργικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μηχανουργία / μηχανουργό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μηχανουργικός < μηχανουργία / μηχανουργός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηχανουργικόςμηχανουργικήμηχανουργικό
Γενικήμηχανουργικούμηχανουργικήςμηχανουργικού
Αιτιατικήμηχανουργικόμηχανουργικήμηχανουργικό
Κλητικήμηχανουργικέμηχανουργικήμηχανουργικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηχανουργικοίμηχανουργικέςμηχανουργικά
Γενικήμηχανουργικώνμηχανουργικώνμηχανουργικών
Αιτιατικήμηχανουργικούςμηχανουργικέςμηχανουργικά
Κλητικήμηχανουργικοίμηχανουργικέςμηχανουργικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →