μηχανόβιος
•
- για πρόσωποπου χρησιμοποιεί ως μεταφορικό μέσο τη μηχανή (τη μοτοσικλέτα) και αυτό του έχει γίνει τρόπος ζωής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανόβιος < μηχανό- + -βιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανόβιος | μηχανόβια | μηχανόβιο |
| Γενική | μηχανόβιου | μηχανόβιας | μηχανόβιου |
| Αιτιατική | μηχανόβιο | μηχανόβια | μηχανόβιο |
| Κλητική | μηχανόβιε | μηχανόβια | μηχανόβιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανόβιοι | μηχανόβιες | μηχανόβια |
| Γενική | μηχανόβιων | μηχανόβιων | μηχανόβιων |
| Αιτιατική | μηχανόβιους | μηχανόβιες | μηχανόβια |
| Κλητική | μηχανόβιοι | μηχανόβιες | μηχανόβια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →