Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μηχανόβιος

/mi.xaˈno.vi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για πρόσωποπου χρησιμοποιεί ως μεταφορικό μέσο τη μηχανή (τη μοτοσικλέτα) και αυτό του έχει γίνει τρόπος ζωής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μηχανόβιος < μηχανό- + -βιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηχανόβιοςμηχανόβιαμηχανόβιο
Γενικήμηχανόβιουμηχανόβιαςμηχανόβιου
Αιτιατικήμηχανόβιομηχανόβιαμηχανόβιο
Κλητικήμηχανόβιεμηχανόβιαμηχανόβιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμηχανόβιοιμηχανόβιεςμηχανόβια
Γενικήμηχανόβιωνμηχανόβιωνμηχανόβιων
Αιτιατικήμηχανόβιουςμηχανόβιεςμηχανόβια
Κλητικήμηχανόβιοιμηχανόβιεςμηχανόβια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →