μιαίνω
•
- επιδρώ βλαπτικά από ηθική και πνευματική άποψη Βικιλεξικό
- παραβιάζω ή προσβάλλω την ιερότητα ή την αξία ενός θεσμού, τόπου, προσώπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μιαίνω < συγγενική ρίζα με το <<μύδος>> (=υγρασία , σήψις , μούχλα ) .
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μιαίνω | μιαίνεις | μιαίνει | μιαίνουμε | μιαίνετε | μιαίνουν / μιαίνουνε |
| Παρατατικός | μίαινα | μίαινες | μίαινε | μιαίναμε | μιαίνατε | μίαιναν / μιαίναν / μιαίνανε |
| Αόριστος | μίανα | μίανες | μίανε | μιάναμε | μιάνατε | μίαναν / μιάναν / μιάνανε |
| Μέλλοντας | θα μιάνω / θα μιαίνω | θα μιάνεις / θα μιαίνεις | θα μιάνει / θα μιαίνει | θα μιάνουμε / θα μιαίνουμε | θα μιάνετε / θα μιαίνετε | θα μιάνουν / θα μιάνουνε / θα μιαίνουν / θα μιαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω μιάνει | έχεις μιάνει | έχει μιάνει | έχουμε μιάνει | έχετε μιάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μιάνει | είχες μιάνει | είχε μιάνει | είχαμε μιάνει | είχατε μιάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω μιάνει / να μιάνω / να μιαίνω | να έχεις μιάνει / να μιάνεις / να μιαίνεις | να έχει μιάνει / να μιάνει / να μιαίνει | να έχουμε μιάνει / να μιάνουμε / να μιαίνουμε | να έχετε μιάνει / να μιάνετε / να μιαίνετε | να μιάνουν / να μιάνουνε / να μιαίνουν / να μιαίνουνε |
| Προστακτική | — | μίαινε / μίανε | — | — | μιάνετε / μιαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →