Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μιαρό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικό: μικρόσωμο ζώο του δάσους ή μεγάλο έντομο που προκαλεί ζημιά σε καλλιέργειες (στη κρητική διάλεκτο) Βικιλεξικό
    • μιαρά θεωρούνται π.χ. οι ασβοί, οι σκαντζόχοιροι, τα ποντίκια, τα φίδια, κ.ά. καθώς και οι ακρίδες, οι πρασάγγουρες κ.ά.

Ετυμολογία

μιαρό < μιαρός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμιαρόμιαρά
Γενικήμιαρούμιαρών
Αιτιατικήμιαρόμιαρά
Κλητικήμιαρόμιαρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →