Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μιαρός

/mi.aˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φέρει μίασμα, που προκαλεί μίανση Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηανήθικος, αχρείος, ανόσιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μιαρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μιαρός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμιαρόςμιαρήμιαρό
Γενικήμιαρούμιαρήςμιαρού
Αιτιατικήμιαρόμιαρήμιαρό
Κλητικήμιαρέμιαρήμιαρό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμιαροίμιαρέςμιαρά
Γενικήμιαρώνμιαρώνμιαρών
Αιτιατικήμιαρούςμιαρέςμιαρά
Κλητικήμιαροίμιαρέςμιαρά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →