μιγάς
•
- για ανθρώπουςπου οι γονείς του/της προέρχονται από διαφορετικές μεταξύ τους φυλές Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: μιγάδας
- μαθηματικάμιγαδικός Βικιλεξικό
- θρησκείαμοναχός που μονάζει σε κοινόβιο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μιγάς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μιγάς (μισός έλληνας, μισός ξένος) < αρχαία ελληνική μιγάς (ανάκατος) < μ(ε)ίγνυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *meyḱ-, *meyǵ- (αναμειγνύω) :* για τον θρησκευτικό όρο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μιγάς < ελληνιστική κοινή μιγάς < αρχαία ελληνική μιγάς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μιγάς | μιγάδες |
| Γενική | μιγά | μιγάδων |
| Αιτιατική | μιγά | μιγάδες |
| Κλητική | μιγά | μιγάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →