Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μιγαδικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ο συσχετιζόμενος με τους μιγάδες Βικιλεξικό
  2. μαθηματικάαριθμός που έχει πραγματικό και φανταστικό μέρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μιγαδικός < μιγάς < μείγνυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμιγαδική / μιγαδικός / μιγαδικόμιγαδικές / μιγαδικοί / μιγαδικά
Γενικήμιγαδικής / μιγαδικού / μιγαδικούμιγαδικών / μιγαδικών / μιγαδικών
Αιτιατικήμιγαδική / μιγαδικό / μιγαδικόμιγαδικές / μιγαδικούς / μιγαδικά
Κλητικήμιγαδική / μιγαδικέ / μιγαδικόμιγαδικές / μιγαδικοί / μιγαδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μιγαδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. μ(ε)ικτός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μιγαδικός < μιγάς < μείγνυμι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμιγαδικόςμιγαδικήμιγαδικό
Γενικήμιγαδικούμιγαδικήςμιγαδικού
Αιτιατικήμιγαδικόμιγαδικήμιγαδικό
Κλητικήμιγαδικέμιγαδικήμιγαδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμιγαδικοίμιγαδικέςμιγαδικά
Γενικήμιγαδικώνμιγαδικώνμιγαδικών
Αιτιατικήμιγαδικούςμιγαδικέςμιγαδικά
Κλητικήμιγαδικοίμιγαδικέςμιγαδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →