μιζέρια
•
- ανέχεια, φτώχεια Βικιλεξικό
- Τα χρόνια εκείνα, που γίνονται τούτα που γράφω, οι άνθρωποι με όλες τους τις μιζέριες ζούσαν ξένοιαστοι, μ' ένα τρόπο. (Ασημάκης Πανσέληνος (1974). Τότε που ζούσαμε [αναμνήσεις])
- ...και ας αντιμετωπίζουνε οι ντόπιοι, χρόνια και ζαμάνια τώρα, φτώχεια και μιζέρια κι ό, τι πεις, όλα τα κακά της μοίρας τους (Χάρης Κ. Μετής, Το Φίμωτρο, εκδ. Ακακία, 2013)
- απαισιοδοξία, γκρίνια Βικιλεξικό
- τσιγκουνιά Βικιλεξικό
- είδος χαρτοπαίγνιου, στο οποίο νικά κάποιος με το χειρότερο φύλλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μιζέρια < (άμεσο δάνειο) ιταλική miseria < λατινική miser
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μιζέρια | μιζέριες |
| Γενική | μιζέριας | — |
| Αιτιατική | μιζέρια | μιζέριες |
| Κλητική | μιζέρια | μιζέριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →