Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μιζέρια

/miˈzeɾ.ʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ανέχεια, φτώχεια Βικιλεξικό
    • Τα χρόνια εκείνα, που γίνονται τούτα που γράφω, οι άνθρωποι με όλες τους τις μιζέριες ζούσαν ξένοιαστοι, μ' ένα τρόπο. (Ασημάκης Πανσέληνος (1974). Τότε που ζούσαμε [αναμνήσεις])
    • ...και ας αντιμετωπίζουνε οι ντόπιοι, χρόνια και ζαμάνια τώρα, φτώχεια και μιζέρια κι ό, τι πεις, όλα τα κακά της μοίρας τους (Χάρης Κ. Μετής, Το Φίμωτρο, εκδ. Ακακία, 2013)
  2. απαισιοδοξία, γκρίνια Βικιλεξικό
  3. τσιγκουνιά Βικιλεξικό
  4. είδος χαρτοπαίγνιου, στο οποίο νικά κάποιος με το χειρότερο φύλλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μιζέρια < (άμεσο δάνειο) ιταλική miseria < λατινική miser

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμιζέριαμιζέριες
Γενικήμιζέριας—
Αιτιατικήμιζέριαμιζέριες
Κλητικήμιζέριαμιζέριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →