μικάδος
•
- ο τίτλος του ιάπωνα αυτοκράτορα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικάδος < οπτικό δάνειο από την αγγλική mikado ή γαλλική mikado + -ς < ιαπωνική 御門 (mikado) < 御 (σεβαστός) + 門 (πύλη)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μικάδος | μικάδοι |
| Γενική | μικάδου | μικάδων |
| Αιτιατική | μικάδο | μικάδους |
| Κλητική | μικάδε | μικάδοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →