μικράτα
•
- η παιδική ηλικία Βικιλεξικό
- Σε ζήλευα που από τα μικράτα σου ζούσες ξεκάθαρες καταστάσεις. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- Έτσι φινίρισα να μπαρκάρω σ' ευτούνο δω το πλεούμενο και ν' αρμενίζω μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει για τη φαμόζα Πόλη, τη μυριοτραγουδισμένη, που τσι επαίνους για τσι εμορφιές και τα πλούτια τση ακούμε τζα από τα μικράτα μας (Διονύσιος Ρώμας, 1906-1961. «Το ρεμπελιό των ποπολάρων» στις τριλογίες Περίπλους @books.google)
Ετυμολογία
μικράτα < μικρ(ός) + -άτα, πληθυντικός αριθμός του -άτος, κατά τα νιάτα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μικράτα | μικράτα |
| Γενική | — | μικράτων |
| Αιτιατική | — | μικράτα |
| Κλητική | — | μικράτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →