μικραίνω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι μικρότερο Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι ή φαίνομαι μικρότερος (ή νεότερος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικραίνω < μεσαιωνική ελληνική μικραίνω < ελληνιστική κοινή μικρύνω + -αίνω < αρχαία ελληνική μικρός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μικραίνω | μικραίνεις | μικραίνει | μικραίνουμε | μικραίνετε | μικραίνουν / μικραίνουνε |
| Παρατατικός | μίκραινα | μίκραινες | μίκραινε | μικραίναμε | μικραίνατε | μίκραιναν / μικραίναν / μικραίνανε |
| Αόριστος | μίκρυνα | μίκρυνες | μίκρυνε | μικρύναμε | μικρύνατε | μίκρυναν / μικρύναν / μικρύνανε |
| Μέλλοντας | θα μικραίνω / θα μικρύνω | θα μικραίνεις / θα μικρύνεις | θα μικραίνει / θα μικρύνει | θα μικραίνουμε / θα μικρύνουμε | θα μικραίνετε / θα μικρύνετε | θα μικραίνουν / θα μικραίνουνε / θα μικρύνουν / θα μικρύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω μικρύνει | έχεις μικρύνει | έχει μικρύνει | έχουμε μικρύνει | έχετε μικρύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μικρύνει | είχες μικρύνει | είχε μικρύνει | είχαμε μικρύνει | είχατε μικρύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω μικρύνει / να μικραίνω / να μικρύνω | να έχεις μικρύνει / να μικραίνεις / να μικρύνεις | να έχει μικρύνει / να μικραίνει / να μικρύνει | να έχουμε μικρύνει / να μικραίνουμε / να μικρύνουμε | να έχετε μικρύνει / να μικραίνετε / να μικρύνετε | να μικραίνουν / να μικραίνουνε / να μικρύνουν / να μικρύνουνε |
| Προστακτική | — | μίκραινε / μίκρυνε | — | — | μικραίνετε / μικρύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →