μικροανάλυση
•
- η ανάλυση μικρής κλίμακας Βικιλεξικό
- ειδικότεραη χημική ανάλυση πολύ]] μικρών ποσοτήτων υλικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικροανάλυση < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική microanalysis < αρχαία ελληνική μικρός + ἀνάλυσις < ἀναλύω < ἀνά + λύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μικροανάλυση | μικροαναλύσεις |
| Γενική | μικροανάλυσης | μικροαναλύσεων |
| Αιτιατική | μικροανάλυση | μικροαναλύσεις |
| Κλητική | μικροανάλυση | μικροαναλύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →