Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μικροβιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μικρόβια, αναφέρεται σ’ αυτά ή οφείλεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μικροβιακός < μικρόβιο + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική microbien)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμικροβιακόςμικροβιακήμικροβιακό
Γενικήμικροβιακούμικροβιακήςμικροβιακού
Αιτιατικήμικροβιακόμικροβιακήμικροβιακό
Κλητικήμικροβιακέμικροβιακήμικροβιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμικροβιακοίμικροβιακέςμικροβιακά
Γενικήμικροβιακώνμικροβιακώνμικροβιακών
Αιτιατικήμικροβιακούςμικροβιακέςμικροβιακά
Κλητικήμικροβιακοίμικροβιακέςμικροβιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →