μικροβιακός
•
- που έχει σχέση με μικρόβια, αναφέρεται σ’ αυτά ή οφείλεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικροβιακός < μικρόβιο + -ακός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική microbien)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μικροβιακός | μικροβιακή | μικροβιακό |
| Γενική | μικροβιακού | μικροβιακής | μικροβιακού |
| Αιτιατική | μικροβιακό | μικροβιακή | μικροβιακό |
| Κλητική | μικροβιακέ | μικροβιακή | μικροβιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μικροβιακοί | μικροβιακές | μικροβιακά |
| Γενική | μικροβιακών | μικροβιακών | μικροβιακών |
| Αιτιατική | μικροβιακούς | μικροβιακές | μικροβιακά |
| Κλητική | μικροβιακοί | μικροβιακές | μικροβιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →