Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μικρογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μικρογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μικρογραφικός < μικρογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμικρογραφικόςμικρογραφικήμικρογραφικό
Γενικήμικρογραφικούμικρογραφικήςμικρογραφικού
Αιτιατικήμικρογραφικόμικρογραφικήμικρογραφικό
Κλητικήμικρογραφικέμικρογραφικήμικρογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμικρογραφικοίμικρογραφικέςμικρογραφικά
Γενικήμικρογραφικώνμικρογραφικώνμικρογραφικών
Αιτιατικήμικρογραφικούςμικρογραφικέςμικρογραφικά
Κλητικήμικρογραφικοίμικρογραφικέςμικρογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →