μικρογραφικός
•
- που έχει σχέση με μικρογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικρογραφικός < μικρογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μικρογραφικός | μικρογραφική | μικρογραφικό |
| Γενική | μικρογραφικού | μικρογραφικής | μικρογραφικού |
| Αιτιατική | μικρογραφικό | μικρογραφική | μικρογραφικό |
| Κλητική | μικρογραφικέ | μικρογραφική | μικρογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μικρογραφικοί | μικρογραφικές | μικρογραφικά |
| Γενική | μικρογραφικών | μικρογραφικών | μικρογραφικών |
| Αιτιατική | μικρογραφικούς | μικρογραφικές | μικρογραφικά |
| Κλητική | μικρογραφικοί | μικρογραφικές | μικρογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →