μικροεφαρμογή
•
- νεολογισμόςειδική εφαρμογή υπολογιστικού συστήματος (κινητού, ταμπλέτας, υπολογιστή κ.λπ.), που δεν περιέχει -συνήθως- πολλές γραμμές κώδικα και εκτελεί -συνήθως- μία μικρή συγκεκριμένη εργασία Βικιλεξικό
- νεολογισμόςειδική εφαρμογή υπολογιστικού συστήματος (κινητού, ταμπλέτας, υπολογιστή κ.λπ.), που δεν περιέχει -συνήθως- πολλές γραμμές κώδικα, εκτελεί -συνήθως- μία μικρή συγκεκριμένη εργασία και -συνήθως- εκτελείται και εμφανίζεται στην επιφάνεια εργασίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικροεφαρμογή < μικρο- + εφαρμογή (1.(μεταφραστικό δάνειο) αγγλική widget· 2.(μεταφραστικό δάνειο) αγγλική screenlet)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μικροεφαρμογή | μικροεφαρμογές |
| Γενική | μικροεφαρμογής | μικροεφαρμογών |
| Αιτιατική | μικροεφαρμογή | μικροεφαρμογές |
| Κλητική | μικροεφαρμογή | μικροεφαρμογές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →