μικροκτηματίας
•
- ο κτηματίας που έχει στην κατοχή του λίγα κτήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικροκτηματίας < μικρο- + κτηματίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μικροκτηματίας | μικροκτηματίες |
| Γενική | μικροκτηματία | μικροκτηματιών |
| Αιτιατική | μικροκτηματία | μικροκτηματίες |
| Κλητική | μικροκτηματία | μικροκτηματίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →