Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μικρομάγαζο

/mi.kɾoˈma.ɣa.zo/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μικρό σε μέγεθος ή κύκλο εργασιών μαγαζί Βικιλεξικό
    • Τα μικρομάγαζα είχαν κατεβάσει τα ρολά τους για το Ιφτάρ, το πρώτο γεύμα του Ραμαζανιού μετά τη δύση του ηλίου (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
  2. μεταφορικάκάτι που είναι πολύ πρόχειρο ή/και ασχολείται με μικροπράγματα ή μικρές κομπίνες Βικιλεξικό
    • Έστησαν ένα πολιτικό μικρομάγαζο για ρουσφέτια.

Ετυμολογία

μικρομάγαζο < μικρο- + -μάγαζο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμικρομάγαζομικρομάγαζα
Γενικήμικρομάγαζουμικρομάγαζων
Αιτιατικήμικρομάγαζομικρομάγαζα
Κλητικήμικρομάγαζομικρομάγαζα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →