μικρομάγαζο
•
- μικρό σε μέγεθος ή κύκλο εργασιών μαγαζί Βικιλεξικό
- Τα μικρομάγαζα είχαν κατεβάσει τα ρολά τους για το Ιφτάρ, το πρώτο γεύμα του Ραμαζανιού μετά τη δύση του ηλίου (Πέρσα Κουμούτση, Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους, εκδ. Μεταίχμιο, 2017)
- μεταφορικάκάτι που είναι πολύ πρόχειρο ή/και ασχολείται με μικροπράγματα ή μικρές κομπίνες Βικιλεξικό
- Έστησαν ένα πολιτικό μικρομάγαζο για ρουσφέτια.
Ετυμολογία
μικρομάγαζο < μικρο- + -μάγαζο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μικρομάγαζο | μικρομάγαζα |
| Γενική | μικρομάγαζου | μικρομάγαζων |
| Αιτιατική | μικρομάγαζο | μικρομάγαζα |
| Κλητική | μικρομάγαζο | μικρομάγαζα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →