μικροναυπηγική
•
- η τέχνη του μικροναυπηγού, της κατασκευής μακετών πλοίων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικροναυπηγική < μικροναυπηγ(ός) + -ική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μικροναυπηγική | μικροναυπηγικές |
| Γενική | μικροναυπηγικής | μικροναυπηγικών |
| Αιτιατική | μικροναυπηγική | μικροναυπηγικές |
| Κλητική | μικροναυπηγική | μικροναυπηγικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →