μικροπρεπώς
•
- λόγιομε μικροπρεπή τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικροπρεπώς < ελληνιστική κοινή μικροπρεπῶς < αρχαία ελληνική μικροπρεπής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
μικροπρεπώς < ελληνιστική κοινή μικροπρεπῶς < αρχαία ελληνική μικροπρεπής
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →