μικροσκοπικός
•
- που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι αφού είναι πάρα πολύ μικρός Βικιλεξικό
- πολύ μικρότερος από το κανονικό (λέγεται για έμφαση στο μικρό μέγεθος) Βικιλεξικό
- παρόλο που έχει καλό μισθό, μένει σε μικροσκοπικό διαμέρισμα με ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα
- που γίνεται με τη χρήση μικροσκοπίου Βικιλεξικό
- Η μικροσκοπική εξέταση αποκάλυψε όμως κάποια αδιόρατα σημάδια στην οφθαλμική κόγχη που πρέπει να δημιουργήθηκαν από μακρόχρονη επαφή. (εφημερίδα Το Βήμα)
Ετυμολογία
μικροσκοπικός < από το γαλλικό microscope. Από το μικρός και σκοπέω-σκοπώ.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μικροσκοπικός | μικροσκοπική / μικροσκοπικη | μικροσκοπικο / μικροσκοπικό |
| Γενική | μικροσκοπικού | μικροσκοπικής | μικροσκοπικού |
| Αιτιατική | μικροσκοπικό | μικροσκοπική | μικροσκοπικό |
| Κλητική | μικροσκοπικέ | μικροσκοπική | μικροσκοπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μικροσκοπικοί | μικροσκοπικές | μικροσκοπικά |
| Γενική | μικροσκοπικών | μικροσκοπικών | μικροσκοπικών |
| Αιτιατική | μικροσκοπικούς | μικροσκοπικές | μικροσκοπικά |
| Κλητική | μικροσκοπικοί | μικροσκοπικές | μικροσκοπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →