Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μικροχημικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. χημείαχημικός που ασχολείται με τη μικροχημεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μικροχημικός < μικροχημεία + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμικροχημική / μικροχημικός / μικροχημικόμικροχημικές / μικροχημικοί / μικροχημικά
Γενικήμικροχημικής / μικροχημικού / μικροχημικούμικροχημικών / μικροχημικών / μικροχημικών
Αιτιατικήμικροχημική / μικροχημικό / μικροχημικόμικροχημικές / μικροχημικούς / μικροχημικά
Κλητικήμικροχημική / μικροχημικέ / μικροχημικόμικροχημικές / μικροχημικοί / μικροχημικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μικροχημικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαπου έχει σχέση με τη μικροχημεία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μικροχημικός < μικροχημεία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμικροχημικόςμικροχημικήμικροχημικό
Γενικήμικροχημικούμικροχημικήςμικροχημικού
Αιτιατικήμικροχημικόμικροχημικήμικροχημικό
Κλητικήμικροχημικέμικροχημικήμικροχημικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμικροχημικοίμικροχημικέςμικροχημικά
Γενικήμικροχημικώνμικροχημικώνμικροχημικών
Αιτιατικήμικροχημικούςμικροχημικέςμικροχημικά
Κλητικήμικροχημικοίμικροχημικέςμικροχημικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →