Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μικροψυχία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του μικρόψυχου, η έλλειψη σθένους και μεγαλοσύνης ή κατά τον Αριστοτέλη η αδυναμία της ψυχής να προξενήσει οτιδήποτε κρίσιμο: ούτε ευτυχία αλλά ούτε και ατυχία, ούτε τιμή, ούτε και ατιμία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μικροψυχία < αρχαία ελληνική μικροψυχία < μικροψυχέω < μικρόψυχος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμικροψυχίαμικροψυχίες
Γενικήμικροψυχίαςμικροψυχιών
Αιτιατικήμικροψυχίαμικροψυχίες
Κλητικήμικροψυχίαμικροψυχίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →