μικρόνοια
•
- η έλλειψη ευστροφίας και ευρύτητας πνεύματος, χαζομάρα και στενομυαλιά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μικρόνοια < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μικρόνοια < μικρό- + -νοια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μικρόνοια | μικρόνοιες |
| Γενική | μικρόνοιας | μικρονοιών |
| Αιτιατική | μικρόνοια | μικρόνοιες |
| Κλητική | μικρόνοια | μικρόνοιες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →