Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μιλέτ

/miˈlet/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιστορίαθεσμός κατά την οθωμανική αυτοκρατορία, σύμφωνα με τον οποίο θρησκευτικές κοινότητες είχαν αναγνώριση από την κεντρική εξουσία Βικιλεξικό
    • Η αναγνώριση και αναδιοργάνωση των μιλέτ (millet), των θρησκευτικοπολιτικών οργανισμών των μη μουσουλμάνων, υπήρξε ένα από τα πιο αντιφατικά εγχειρήματα των μεταρρυθμιστών του Τανζιμάτ (Το ζήτημα των μιλέτ, ime.gr, 14/6/2000 http://www.ime.gr/projects/tanzimat/gr/main/145.html)
    • η αξιοποίηση, επί παραδείγματι, θρησκευτικών θεσμών, όπως είναι το μιλέτ, προκειμένου να ισχυροποιηθεί ο έλεγχος της κεντρικής εξουσίας επί των πληθυσμών (Το μιλέτ και το έθνος, Το Βήμα, 24 Νοεμβρίου 2008 https://www.tovima.gr/2008/11/24/books-ideas/to-milet-kai-to-ethnos/)

Ετυμολογία

μιλέτ < (άμεσο δάνειο) τουρκική millet

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →