μιλιά
•
- η ικανότητα να μιλάμε Βικιλεξικό
- Ακούστηκαν πίσω του γυναίκειες μιλιὲς ' κι ἀχνὸ σουσούρισμα ἀπὸ μετάξι (Νίκος Καζαντζάκης, Ο Καπετάν Μιχάλης (Ελευτερία ή Θάνατος), εκδ. Ν. Καζαντζάκη, σελ. 34, 1964)
Ετυμολογία
μιλιά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μιλιά | μιλιές |
| Γενική | μιλιάς | μιλιών |
| Αιτιατική | μιλιά | μιλιές |
| Κλητική | μιλιά | μιλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →