μιλιέμαι
•
- για γλώσσεςομιλούμαι, χρησιμοποιούμαι Βικιλεξικό
- η γλώσσα αυτή μιλιέται ακόμα στην Ασία
- με άρνησηδέχομαι ούτε ανταλλάσσω κουβέντα με κανέναν λόγω στενοχώριας ή θυμού Βικιλεξικό
- έχασε χτες η ομάδα του και σήμερα δε μιλιέται
- αλληλοπαθητικόγια ανθρώπους που έχουν καλές ή έστω τυπικές σχέσεις, υπάρχει επικοινωνία μεταξύ τους Βικιλεξικό
- είχαν μαλώσει άσχημα, αλλά μετά τα βρήκαν και τώρα μιλιούνται
- μάλωσαν και δεν μιλιούνται
Ετυμολογία
μιλιέμαι < παθητική φωνή του μιλάω / μιλώ
Άλλοι τύποι
αμιλήθηκαμιληθώμιλημένοςμιλιόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →