μιλιούνια
•
- πληθυντικός αριθμός του μιλιούνι (στην ονομαστική, αιτιατική και την κλητική) Βικιλεξικό
- (μεταφορικά) μεγάλη ποσότητα, μεγάλο πλήθος
Ετυμολογία
μιλιούνια < → δείτε τη λέξη μιλιούνι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →