Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μιλιταριστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με μιλιταρισμό ή μιλιταριστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μιλιταριστικός < μιλιταριστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμιλιταριστικόςμιλιταριστικήμιλιταριστικό
Γενικήμιλιταριστικούμιλιταριστικήςμιλιταριστικού
Αιτιατικήμιλιταριστικόμιλιταριστικήμιλιταριστικό
Κλητικήμιλιταριστικέμιλιταριστικήμιλιταριστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμιλιταριστικοίμιλιταριστικέςμιλιταριστικά
Γενικήμιλιταριστικώνμιλιταριστικώνμιλιταριστικών
Αιτιατικήμιλιταριστικούςμιλιταριστικέςμιλιταριστικά
Κλητικήμιλιταριστικοίμιλιταριστικέςμιλιταριστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →