μιλιταριστικός
•
- που έχει σχέση με μιλιταρισμό ή μιλιταριστή ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μιλιταριστικός < μιλιταριστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μιλιταριστικός | μιλιταριστική | μιλιταριστικό |
| Γενική | μιλιταριστικού | μιλιταριστικής | μιλιταριστικού |
| Αιτιατική | μιλιταριστικό | μιλιταριστική | μιλιταριστικό |
| Κλητική | μιλιταριστικέ | μιλιταριστική | μιλιταριστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μιλιταριστικοί | μιλιταριστικές | μιλιταριστικά |
| Γενική | μιλιταριστικών | μιλιταριστικών | μιλιταριστικών |
| Αιτιατική | μιλιταριστικούς | μιλιταριστικές | μιλιταριστικά |
| Κλητική | μιλιταριστικοί | μιλιταριστικές | μιλιταριστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →