μιλιόρα
•
- ιδιωματικόπροβατάκι μικρό σε ηλικία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μιλιόρα < αρωμουνική miljor + -α < njior, υποκοριστικό του njel < λατινική agnellus < agnus + -ellus < πρωτοϊταλική *agʷnos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂egʷnós
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μιλιόρα | μιλιόρες |
| Γενική | μιλιόρας | — |
| Αιτιατική | μιλιόρα | μιλιόρες |
| Κλητική | μιλιόρα | μιλιόρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →