μιλφάρα
•
- προφορικόιδιαίτερα επιθυμητή ώριμη γυναίκα, γυναικάρα Βικιλεξικό
- ας θυμηθούμε την ευρέως χρησιμοποιούμενη τα τελευταία χρόνια λέξη μιλφ (< αγγλ. milf) (και μιλφάρα), που δηλώνει την ώριμη (όχι σιτεμένη γυναίκα) που αποτελεί αντικείμενο ερωτικού πόθου. (Η γυναίκα στην ελληνική γλώσσα και λεξικογραφία, ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ, 19/01/2019 https://www.protothema.gr/stories/article/856829/i-gunaika-stin-elliniki-glossa-kai-lexikografia/)
- Από τις πιο καυτές μιλφάρες στον κόσμο και το αποδεικνύει… Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο κούκλα γίνεται! (Fnews, 27/01/2017)
Ετυμολογία
μιλφάρα < μιλφ + μεγεθυντικό επίθημα -άρα < MILF (Mother I'd Like to Fuck)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μιλφάρα | μιλφάρες |
| Γενική | μιλφάρας | — |
| Αιτιατική | μιλφάρα | μιλφάρες |
| Κλητική | μιλφάρα | μιλφάρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →