μιλόρδος
•
- παρωχημένοo λόρδος (και, ευρύτερα, ο αξιοσέβαστος Βρετανός) Βικιλεξικό
- Η άλλη ιστορία ηκούσθη να λέγεται στους Δελφούς, τον παρελθόντα αιώνα, όταν Δυτικοί αρχαιολόγοι κατεγίνοντο με την ανεύρεσιν των ερειπίων του περιφήμου Ναού του Απόλλωνος […]. Δεν πρόκειται περί τόσον περί ιστορίας, όσον περί προσπαθείας […] όπως ριφθή φως και δοθή εξήγησις εις τας παραδόξους συνηθείας των Μιλόρδων —δια της οποίας λέξεως εξυπονοούνται ενταύθα όχι οι καθ'εαυτού Βρεττανοί λόρδοι των μεγάλων περιηγήσεων, όπως ο Λόρδος Βύρων, αλλ' απλώς οι υποτιθέμενοι πλούσιοι ξένοι, οι οποίοι επλήρωναν συνεργεία ολόκληρα εργατών δια να ανακαλύψουν ό,τι δια τους χωρικούς δεν εθεωρείτο παρά τελείως άνευ ενδιαφέροντος παληές πέτρες.
Ετυμολογία
μιλόρδος < (λόγιο δάνειο) γαλλική milord < αγγλική my Lord (→ δείτε τις λέξεις my και lord) δείτε τη Συζήτηση:μιλόρδος : Κατ' άλλες απόψεις, (λόγιο δάνειο) αγγλική my Lord με παλαιότερη μεταγραφή: μυλόρδος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μιλόρδος | μιλόρδοι |
| Γενική | μιλόρδου | μιλόρδων |
| Αιτιατική | μιλόρδο | μιλόρδους |
| Κλητική | μιλόρδε | μιλόρδοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →