Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μιμητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μιμείται ή που έχει σχέση με τη μίμηση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μιμητικός < ελληνιστική κοινή μιμητικός < αρχαία ελληνική μιμέομαι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμιμητικόςμιμητικήμιμητικό
Γενικήμιμητικούμιμητικήςμιμητικού
Αιτιατικήμιμητικόμιμητικήμιμητικό
Κλητικήμιμητικέμιμητικήμιμητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμιμητικοίμιμητικέςμιμητικά
Γενικήμιμητικώνμιμητικώνμιμητικών
Αιτιατικήμιμητικούςμιμητικέςμιμητικά
Κλητικήμιμητικοίμιμητικέςμιμητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →