μιμόζα
•
- φυτόγένος φυτών (θάμνων ή μικρών δέντρων) που ανήκει στη τάξη των ψυχανθών Βικιλεξικό
- βοτανικήτο άνθος / λουλούδι του παραπάνω φυτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μιμόζα < λόγιο ενδογενές δάνειο: ιταλική mimosa < νεολατινική mimosa < λατινική mimus < αρχαία ελληνική μῖμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μιμόζα | μιμόζες |
| Γενική | μιμόζας | — |
| Αιτιατική | μιμόζα | μιμόζες |
| Κλητική | μιμόζα | μιμόζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →