Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μινιστέριο

/mi.niˈste.ɾi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοτο υπουργείο, όπως ονομαζόταν κατά τα πρώτα χρόνια ύπαρξης του ελληνικού κράτους Βικιλεξικό
    • Ποιος θα πάρει το μινιστέριο, αυτό είναι όλο. Αυτό ήταν πάντα. Όταν ο Γκομπινώ επισκέφθηκε τον 19ο αιώνα την Ελλάδα έγραψε πως στην περίοδο των εκλογών η Ελλάδα μοιάζει σα να βρίσκεται σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου.
    • Το Μινιστέριο Ναυτικών εξέδωσε νομοθετικά διατάγματα και κανονισμούς για τη ρύθμιση της ναυσιπλοΐας στα λιμάνια, τις ακτογραμμές και τις θάλασσες της επαναστατημένης Ελλάδας.
    • Η πρώτη αναφορά για το δώρο του Πάσχα γίνεται σ’ ένα έγγραφο που απευθύνουν προς το Μινιστέριο (Υπουργείο) της Οικονομίας οι εργάτες του Τυπογραφείου της Διοίκησης (Εφημερίδα της Κυβέρνησης θα λέγαμε σήμερα) την 1η Απριλίου 1822, μεσούσης της Ελληνικής Επανάστασης.

Ετυμολογία

μινιστέριο < καθαρεύουσα μινιστέριον < λατινική ministerium

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμινιστέριομινιστέρια
Γενικήμινιστέριου / μινιστερίουμινιστερίων
Αιτιατικήμινιστέριομινιστέρια
Κλητικήμινιστέριομινιστέρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →