μιντέρι
•
- παρωχημένοχαμηλός περιφερικός καναπές τού οντά (σε σχήμα πι) Βικιλεξικό
- Έστρωσαν το χωμάτινο κατώφλι με το τσιμέντο, το έκαναν μακρύ, γυαλιστερό και ωραίο, άπλωσε και η Σταυρούλα τρία μιντέρια, ένα το ακριανό για τον εαυτό της, ένα για τη μάνα της την αμια-Βασίλσα, και ένα τρίτο για την αδελφή της την Αναστασία.
Ετυμολογία
μιντέρι < (άμεσο δάνειο) τουρκική minder < οθωμανική τουρκική مندر (minder) < περσική نیمدار (nimdâr)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μιντέρι | μιντέρια |
| Γενική | μιντεριού | μιντεριών |
| Αιτιατική | μιντέρι | μιντέρια |
| Κλητική | μιντέρι | μιντέρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →