μινυρίζω
•
- σιγοκλαίω Βικιλεξικό
- σιγοτραγουδώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μινυρίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μινυρίζω < μινυρός (θρηνητικός) < αβέβαιης ετυμολογίας ίσως συνδέεται με την ομάδα λέξεων κινυρός, κινυρίζω, κινύροµα (θρήνος) που επίσης έχουν άγνωστη ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μινυρίζω | μινυρίζεις | μινυρίζει | μινυρίζουμε | μινυρίζετε | μινυρίζουν / μινυρίζουνε |
| Παρατατικός | μινύριζα | μινύριζες | μινύριζε | μινυρίζαμε | μινυρίζατε | μινυρίζαν / μινυρίζανε / μινύριζαν |
| Αόριστος | μινύρισα | μινύρισες | μινύρισε | μινυρίσαμε | μινυρίσατε | μινυρίσαν / μινυρίσανε / μινύρισαν |
| Μέλλοντας | θα μινυρίζω / θα μινυρίσω | θα μινυρίζεις / θα μινυρίσεις | θα μινυρίζει / θα μινυρίσει | θα μινυρίζουμε / θα μινυρίσουμε | θα μινυρίζετε / θα μινυρίσετε | θα μινυρίζουν / θα μινυρίζουνε / θα μινυρίσουν / θα μινυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μινυρίσει | έχεις μινυρίσει | έχει μινυρίσει | έχουμε μινυρίσει | έχετε μινυρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μινυρίσει | είχες μινυρίσει | είχε μινυρίσει | είχαμε μινυρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μινυρίσει / να μινυρίζω / να μινυρίσω | να έχεις μινυρίσει / να μινυρίζεις / να μινυρίσεις | να έχει μινυρίσει / να μινυρίζει / να μινυρίσει | να έχουμε μινυρίσει / να μινυρίζουμε / να μινυρίσουμε | να έχετε μινυρίσει / να μινυρίζετε / να μινυρίσετε | να μινυρίζουν / να μινυρίζουνε / να μινυρίσουν / να μινυρίσουνε |
| Προστακτική | — | μινύριζε / μινύρισε | — | — | μινυρίζετε / μινυρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →